“Αν το μυθιστόρημα ήταν ταινία θα ‘θελα να ξεκινούσε με μια μουσική υπόκρουση, σαν ρέκβιεμ, και να εμφανιζόταν μια μάνα και γιαγιά μαζί σε ένα τοπίο άχρωμο, ασπρόμαυρου φόντου…”, έτσι ξεκινάει το βιβλίο “Ο Λούσηρος” του Στέλιου Χαλκίτη και σε αυτό το ασπρόμαυρο φόντο θα ήθελα να σταθώ. Διότι αυτό πήρα από το βιβλίο. Μια γκρίζα, μουντή πραγματικότητα, καθώς ο συγγραφέας εστιάζει στην κακία, το μίσος και την μνησικακία των ανθρώπων. Φυσικά ποτέ δεν είναι όλα μαύρα ή άσπρα.
Γράφει η Αγγελική Γκιωνάκη.
Ο “Λούσηρος” είναι ένα κλασσικό μυθιστόρημα, με ιδιαίτερο, όμως, αφηγηματικό χαρακτήρα. Η αναλυτικότητα και ο λυρισμός του συγγραφέα εντυπωσιάζουν, αν και σε ορισμένα σημεία τείνουν να κουράζουν όταν κυριαρχούν σε μεγάλο βαθμό.
Τέσσερις πολύπλευροι χαρακτήρες -η Σάρα, ο Αντώνης, ο Στέφανος και η Ραλλού- που μας διδάσκουν την αγάπη, την καλοσύνη, τον έρωτα αλλά και το πώς ένας άνθρωπος μπορεί να αλλάξει μέσα από μια βαθιά εσωτερική πάλη με τον εαυτό του.
Μέσα από το βιβλίο θίγονται πολλά κοινωνικά ζητήματα, που μας απασχολούν μέχρι και σήμερα. Αν σκεφτούμε πως ήταν μια μικρή κλειστή κοινωνία, εύκολα θα μπορούσαμε να “δικαιολογήσουμε” την στενομυαλιά και τον ψευτοπουριτανισμό τους. Παρόλο που βρίσκω ενδιαφέρουσα και ικανοποιητική την εξέλιξη της ιστορίας, σε κάποια σημεία μου φαίνεται πως ο συγγραφέας “τραβάει” λίγο κάποιες καταστάσεις, με τρόπο που μοιάζει κάπως επιτηδευμένος, σαν να γράφτηκαν για να εξυπηρετήσουν κυρίως την πλοκή.
Φτάνοντας στο τέλος μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε πως η αγάπη είναι αυτή που ορίζει το βιβλίο. Η ιστορία του Στέφανου και της Ραλλού, που έπαιξε τόσο σημαντικό ρόλο και προκαλεί αμέτρητα συναισθήματα. Ένα τόσο ανατριχιαστικό τέλος που προκαλεί πόνο και συγκίνηση. Ήταν από τα πιο αληθινά κομμάτια του βιβλίου και μόνο γι’ αυτό σίγουρα αξίζει να διαβαστεί.







