«Μυστήριο στη Βενετία», «Σιχάθηκα τον Εαυτό μου», «Ήρωας Κανενός», «Το Βιβλίο των Θαυμάτων», «Γάμος αλά Ελληνικά 3»: Οι ταινίες αυτές αναμένεται να γεμίσουν τους κινηματογράφους αυτή την εβδομάδα.
Μυστήριο στη Βενετία
Ταινία μυστηρίου, αμερικάνικης, βρετανικής και ιταλικής παραγωγής του 2023, σε σκηνοθεσία Κένεθ Μπράνα, με τους, Κένεθ Μπράνα, Κέλι Ράιλι, Κάιλ Άλεν, Τίνα Φέι, Τζουντ Χιλ, Ρικάρντο Σκαμάρτσιο, Μισέλ Γέο κα.
Ο Ηρακλής Πουαρό έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση και ζει στη μεταπολεμική Βενετία. Όταν τον επισκέπτεται η Αριάδνη Όλιβερ, η διάσημη συγγραφέας μυστηρίου του ξυπνά το ενδιαφέρον για ένα μυστήριο. Ο ντετέκτιβ παρασύρεται και συμμετέχει σε μία σεάνς με φόντο ένα παρηκμασμένο, στοιχειωμένο παλάτι που ανήκει σε μια διάσημη τραγουδίστρια όπερας. Όταν ένας από τους συμμετέχοντες βρεθεί δολοφονημένος, όλοι θεωρούνται ύποπτοι και ο Πουαρό βυθίζεται σε έναν νοσηρό κόσμο που κρύβει πολλά μυστικά.
Η τρίτη ταινία του Κένεθ Μπράνα με ήρωα τον Ηρακλή Πουαρό, έπειτα από τις ενδιαφέρουσες «Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές» και «Έγκλημα στο Νείλο», με τον ίδιο να κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο του διάσημου ντετέκτιβ της Αγκάθα Κρίστι.
Μόνο, που εδώ, ο σεναριογράφος Μάικλ Γκριν διασκευάζει το βιβλίο της φημισμένης συγγραφέως «Hallowe’en Party» αρκετά ελεύθερα, μεταφέροντας το στόρι από μία βρετανική κωμόπολη στη Βενετία και περιπλέκοντας την υπόθεση ακόμη πιο πολύ και βαραίνοντάς την εικαστικά από τη γοτθική προσέγγιση του σκηνοθέτη και του διευθυντή φωτογραφίας, του δικού μας Χάρη Ζαμπαρλούκου.
Ο Πουαρό έχει πλέον αποτραβηχτεί ως συνταξιούχος στη μεταπολεμική Βενετία και έπειτα από το κάλεσμα μίας φίλης του συγγραφέως μυθιστορημάτων μυστηρίου, θα παραβρεθεί απρόθυμα σε μία πνευματιστική συνάντηση, σε ένα παλάτσο που θεωρείται στοιχειωμένο. Όταν μία από τους καλεσμένους δολοφονείται, ένα μέντιουμ είναι έτοιμο να αποκαλύψει ένα μυστικό του παρελθόντος, ο ντετέκτιβ καλείται να ξεπεράσει τα μεταφυσικά φαινόμενα που παρουσιάζονται, αλλά και τους δικούς του δαίμονες για να διαλευκάνει τον φόνο και τι κρύβεται πίσω από την αυτοκτονία μίας κοπέλας τα περασμένα χρόνια.
Το φιλμ του Μπράνα ξεκινά ιδιαιτέρως ενθαρρυντικά, καθώς διακωμωδεί την επιρροή της αμερικάνικης κουλτούρας στην Ευρώπη, καθώς στη Βενετία, την πόλη του περίφημου και παλαιότατου καρναβαλιού, γιορτάζεται το Χόλοουιν από νέα παιδιά και μεγαλύτερους. Απ’ εκεί και πέρα εξελίσσεται αναμενόμενα, αν και το γοτθικό στοιχείο ξαφνιάζει και ορισμένες φορές επιβαρύνει τη διάθεση του θεατή ασκόπως. Εκτός από τα λίγα γενικά πλάνα της Βενετίας, το φιλμ είναι γυρισμένο εντός ενός παλάτσο, κάτι που περιορίζει εμφανώς το κόστος της ταινίας και ταυτόχρονα δημιουργεί μία κλειστοφοβική ατμόσφαιρα.
Το σενάριο είναι προσεγμένο, αν και δίνει μάλλον εύκολα τη λύση του μυστηρίου, με τον Πουαρό να απορρίπτει κάθε μεταφυσικό στοιχείο, μένοντας προσηλωμένος στις αρχές του, στις μεθόδους του και στις επαγγελματικές του ικανότητες. Στα θετικά η αποφυγή ορισμένων κοινωνικών αναφορών, όπως στην προηγούμενη ταινία (ανωτερότητα των Βρετανών, αποικιοκρατική αντίληψη, στρογγυλοποίηση της συμπεριφορών πλουσίων κλπ) και στα αρνητικά η φθίνουσα πορεία του μοτίβου που ακολουθεί ο Μπράνα και η όχι και τόσο ολοκληρωμένοι χαρακτήρες της ιστορίας. Πάντως, είναι μια ταινία που βλέπεται ευχάριστα και θα ικανοποιήσει τους θιασώτες του είδους. Από το πολυπρόσωπο καστ, του οποίου ηγείται με επάρκεια ο Μπράνα, ξεχωρίζει ο Ρικάρντο Σκαμάρτσιο, ο χαρακτήρας του οποίου, ωστόσο, όσο περνά η ώρα ξεφτίζει.
Σιχάθηκα τον Εαυτό μου
Κυνική, σκληρή, ορισμένες φορές απεχθής, σάτιρα, με αντιπαθέστατους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες, αλλά και αρκετά ενδιαφέρουσα, λόγω του θέματός της και της προβολής ενός κόσμου που όλο και περισσότερο μάς «κατσικώνεται» στο σβέρκο.
Η Σίγκνε και ο Τόμας διατηρούν μια αρρωστημένη, ανταγωνιστική σχέση, η οποία παίρνει μια άσχημη τροπή όταν ο Τόμας αποκτά ξαφνικά αναγνώριση για το καλλιτεχνικό του έργο.
Η ταινία του Κρίστοφερ Μπόργκλι, που προβλήθηκε στο Τμήμα Κάποιο Βλέμμα των Καννών, φτάνει πολλές φορές στα άκρα, δοκιμάζει τα νεύρα του θεατή, ξεπερνά τα όρια του αντιαισθητικού, για να σχολιάσει την κυνική, εγωιστική εποχή μας, τη μανία της διασημότητας, με κάθε κόστος, ακόμη και προκαλώντας τον αποτροπιασμό.
Το στόρι, που ο Μπόργκλι εμπνεύστηκε όταν ζούσε στο Λος Άντζελες – και αυτό δεν είναι τυχαίο – περιγράφει την αρρωστημένη και ανταγωνιστική σχέση της Σίγκνε, μίας υπαλλήλου σε φούρνο και του Τόμας, ενός εγωπαθή νάρκισσου, που είναι εικαστικός καλλιτέχνης. Όταν ο τελευταίος αποκτά μία αναγνώριση, ο ανταγωνισμός φουντώνει και η Σίγκνε, για να τραβήξει το ενδιαφέρον επάνω της, να κατακτήσει μια στιγμή διασημότητας θα δημιουργήσει μια διαφορετική αδίστακτη προσωπικότητα, στοχεύοντας στη συμπόνια των άλλων, παίρνοντας παράνομα ηρεμιστικά χάπια, με απίστευτες παρενέργειες, κάνοντας κομμάτια πρόσωπο και σώμα.
Η ταινία του Μπόργκλι, μία ακραία σάτιρα, βάζει στο στόχαστρό της τον ανταγωνισμό, που πλέον έχει διεισδύσει ακόμη και ανάμεσα στα ζευγάρια. Ο ανταγωνισμός, μια λέξη, που χρησιμοποιούσαμε σπανίως πριν από σαράντα χρόνια και με αρνητική πολλές φορές σημασία, έχει μπει παντού και αναδειχθεί ως προτέρημα.
Όμως, η ταινία δεν στέκεται μόνο στο δηλητήριο του άκρατου ανταγωνισμού, αλλά και στον απύθμενο εγωισμό, την εμμονή για τη φήμη, όλα αυτά που πλέον προβάλλονται ως καταξίωση. Επίσης, ο Νορβηγός σκηνοθέτης δεν αφήνει ασχολίαστα την τέχνη της πλάκας, που πλασάρεται για πρωτοπορία, τον Τύπο, τα κανάλια, το διαδίκτυο, την αποθέωση της σαχλαμάρας.
Και δεν είναι μόνο το αντιπαθέστατο πρωταγωνιστικό ζευγάρι (απολύτως πειστικό στον ρόλο του), που πραγματικά τους σιχαίνεσαι, αλλά είναι και περίγυρος, που δείχνει σχεδόν το ίδιο αρρωστημένος ελκύεται και απομακρύνεται απ’ αυτό για τους λάθους πάντα λόγους.
Η ταινία, ωστόσο, παρόλες τις γελοιότητες της ανθρώπινης φύσης που αναδεικνύει δεν προκαλεί το γέλιο, καθώς το στεγνό, αδιόρατο νορβηγικό χιούμορ μάλλον δεν μπορεί να περάσει στο κοινό. Έτσι, το μόνο που απομένει είναι ο τίτλος, με την αποδοχή ότι ανήκουμε στο ίδιο είδος με τους πρωταγωνιστές…
Ήρωας Κανενός
Tην παραμονή των Χριστουγέννων η πόλη του Κλερμόν-Φεράν δέχεται μια τρομοκρατική επίθεση. Σε αυτό το τραγικό κλίμα, ο Μεντερίκ ερωτεύεται παράφορα την Iσαντόρα, μια πόρνη αρκετά χρόνια μεγαλύτερή του. Ο Σελίμ, ένας νεαρός άστεγος, βρίσκει καταφύγιο στο κτίριο του Μεντερίκ. Η συλλογική παράνοια θα αποδυναμώσει σύντομα τη σχέση του ιδιαίτερου αυτού ζευγαριού.
Η «βαθιά Γαλλία» – κυρίως λευκή, καθολική, αστική, μέσης οικονομικής τάξης – μπαίνει στο μικροσκόπιο του Αλέν Ζιροντί («Ο Αγνωστος της Λίμνης»), με σαρκαστική και βαριετέ διάθεση, σε αυτή την τελευταία του ταινία, έπειτα από πέντε χρόνων απουσίας.
Η προσπάθειά του να χειριστεί με ανάλαφρο τρόπο τα καυτά προβλήματα που απασχολούν τη Γαλλία, δηλαδή, τη διάχυση του φόβου, έπειτα από τις τρομοκρατικές επιθέσεις, την ισλαμοφοβία, τον ρατσισμό και το μεταναστευτικό πρόβλημα, τη συντηρητικοποίηση της πολιτικής, που κατευθύνεται από την ακροδεξιά, αλλά και μια σειρά από άλλα κοινωνικά θέματα, μοιάζει ιδιαιτέρως ριψοκίνδυνη. Ειδικά αν συνδυάζεται με το δύσκολο είδος της κοινωνικής – πολιτικής σάτιρας.
Ορισμένες φορές καταφέρνει να αναδείξει τους προβληματισμούς του για τη γαλλική κοινωνία, άλλες φορές να μείνει στα μισά και κάποιες να χάσει εντελώς το δρόμο του, μπαίνοντας σε μονοπάτια που αντί να διευκολύνουν την αφήγησή του, μάλλον περιπλέκουν ασκόπως την υπόθεση, δημιουργούν μία αχρείαστη πλαδαρότητα.
Με την ατμόσφαιρα στην ειδυλλιακή πόλη του Κλερμόν-Φεραν να δείχνει τεταμένη, έπειτα από μία τρομοκρατική επίθεση, ο Μεντερίκ εκφράζει τον έρωτά του προς μία ηλικιωμένη πόρνη, από την οποία ζητά να κάνουν έρωτα χωρίς να πληρώσει και εκείνη αρνείται, γιατί είναι παντρεμένη και δεν έχει απατήσει ποτέ τον άντρα της. Την ίδια ώρα, ο Σελίμ, ένας νεαρός Άραβας άστεγος, βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι του Μεντερίκ, προκαλώντας τις αντιδράσεις των γειτόνων.
Τα κωμικά κομμάτια της ταινίας, όταν δεν διακατέχονται από τη γνώριμη σουρεαλιστική ματιά του Ζιροντί, φλερτάρουν ιδιαιτέρως με τα κλισέ του είδους.
Ακόμη και οι δύο παράλληλες διαφορετικές ιστορίες (οι σχέσεις του Μεντερίκ με την πόρνη και τον νεαρό Άραβα), δεν καταφέρνουν να δέσουν μεταξύ τους, καθώς λείπει από την αφήγηση ο συνεκτικός κρίκος, μια έστω δόση συναρπαστικού ενδιαφέροντος, ενώ ταυτόχρονα ο βασικός χαρακτήρας είναι μάλλον αντιπαθητικός.
Ωστόσο, ο Ζιροντί θα καταφέρει να σχολιάσει – όχι πάντα με επάρκεια ή σαφήνεια – τον κοινωνικό αποκλεισμό, τη φτώχεια, τις αντιδράσεις έναντι της μετανάστευσης, τη μισαλλοδοξία, που εύκολα τρυπώνει στα σπίτια της μεσαίας τάξης, αλλά και την αντρική τοξικότητα και την περιφρόνηση της γυναίκας.
Οι ερμηνείες δεν ξεφεύγουν και αυτές από τη μετριότητα, αν και στους δεύτερους ρόλους υπάρχουν ορισμένες αβανταδόρικες απολαυστικές ερμηνείες, ειδικά όταν παρελαύνουν οι μανιέρες.
Το Βιβλίο των Θαυμάτων
Ελπίζοντας πως θα κάνει τον γιο της, που βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση, έπειτα από ένα ατύχημα, να αισθανθεί πόσο όμορφη είναι η ζωή και να ξυπνήσει, μια μητέρα πραγματοποιεί ένα-ένα τα 10 πράγματα που ήθελε να κάνει, σύμφωνα με το ημερολόγιό του με τίτλο «πριν το τέλος του κόσμου».
Οικογενειακό δράμα, θετικών συναισθημάτων και μηνυμάτων, από την άνιση σκηνοθέτιδα Λίζα Αζουέλος («Μια Τυχαία Συνάντηση»), που μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ομώνυμο μπεστ σέλερ του Ζουλιέν Σαντρέλ.
Ένα τραγικό γεγονός θα κάνει μία μάνα να συνειδητοποιήσει ότι η ζωή δεν είναι τα εφήμερα, οι καριέρες, η επαγγελματική προοπτική, οι νόρμες που βάζει ο σύγχρονος τρόπος επιβίωσης.
Μια μητέρα, συντετριμμένη από το σοβαρό ατύχημα που είχε ο γιος της και βρίσκεται σε κώμα, ανακαλύπτει το ημερολόγιό του, στο οποίο έχει φτιάξει μία λίστα για το τι πρέπει να κάνει ένας άνθρωπος «πριν από το τέλος του κόσμου», συνειδητοποιώντας ότι δεν ήταν απλώς ο μέτριος μαθητής, αλλά ένας δημιουργικό παιδί, που είχε υπαρξιακές αγωνίες. Πιστεύοντας ότι η εκπλήρωση της λίστας θα τον βοηθήσει να ξυπνήσει από το κώμα, η δυστυχής μητέρα θα ξεκινήσει να ικανοποιεί τις επιθυμίες του παιδιού της, ταξιδεύοντας σε αρκετά μέρη της γης.
Όλα, λοιπόν, περιστρέφονται γύρω από τη λίστα, που δίνει το έναυσμα στη σκηνοθέτιδα να μιλήσει για πολλά, για το περιβάλλον, την ανάγκη του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης, τις βαθύτερες ανθρώπινες ανάγκες και αναζητήσεις, που πλέον δεν αποτελούν προτεραιότητα στη ζωή, αλλά μπαίνουν στο περιθώριο μιας κυνικής πραγματικότητας. Ταυτόχρονα, όμως, δίνει και μία ισχυρή νότα αισιοδοξίας με τα μικρά θαύματα της ζωής, την ομορφιά της, που μπορεί να ανακαλύψει κάποιος κάτω από την επιφάνεια.
Η Λαζουέλος, αναδεικνύει την ευαισθησία του θέματός της, αλλά πολλές φορές με μία γραφικότητα και ακόμη πιο φανερά με το άγχος της συγκινησιακής φόρτισης του θεατή, ενώ ταυτόχρονα δεν μπορεί να ξεφύγει από τα κλισέ του είδους, που μπορεί σε ένα βαθμό να δικαιολογηθούν, αλλά σίγουρα δεν περνούν απαρατήρητα.
Η πρωταγωνίστρια Αλεξάνδρα Λαμί, τις περισσότερες φορές είναι πειστική, δείχνει την απόγνωση της μάνας, αλλά ακόμη περισσότερες είναι υπερβολική, ενώ το υπόλοιπο καστ διεκπεραιώνει απλώς τους ρόλους του.
Γάμος αλά Ελληνικά 3
Τα μέλη της οικογένειας Πορτοκάλος επισκέπονται στην χώρα καταγωγής τους, την Ελλάδα, για να συναντήσουν συγγενείς τους σε ένα ταξίδι γεμάτο αναποδιές μα και αγάπη.
Αν στην πρώτη ταινία της Νία Βαρντάλος αναδείχθηκε σχετικά εύστοχα η «ελληνική μοναδικότητα», όπου κι αν βρίσκεται και η αναγκαστική συνύπαρξη των πολυφυλετικών κοινωνιών στη Δύση, με ένα διακριτό χιούμορ, στη δεύτερη επιχειρήθηκε να εξαργυρωθεί η τεράστια εμπορική επιτυχία της πρώτης, αρκετά αδύναμα και αντικαθιστώντας το χιούμορ με τις χοντράδες, εδώ μάλλον έχουμε ένα αχρείαστο σίκουελ – ένα ξαναζεσταμένο φαγητό.
Η Τούλα, μαζί με την πολυμελή οικογένεια Πορτοκάλος ταξιδεύει από το Σικάγο στην Ελλάδα για να επισκεφθεί τη γενέτειρα του πατέρα της στο αντάμωμα που έχει ετοιμάσει η δήμαρχος του χωριού.
Η ταινία, που πασχίζει σχεδόν εκβιαστικά να βγάλει γέλιο από ορισμένες ατάκες και τα γκαγκς, δυστυχώς πέφτει ακόμη πιο χαμηλά από το ανύπαρκτο σενάριο και αναπνέει μόνο από τις καρτ ποστάλ εικόνες της ελληνικής υπαίθρου και τα χωριά της Κέρκυρας. Το πέρασμα από την Αθήνα, μοιάζει με συνοπτικό τουριστικό οδηγό.
Επιπλέον, η επιδερμική αναφορά στο μεταναστευτικό πρόβλημα και την αλληλεγγύη που δείχνουν οι απλοί άνθρωποι της υπαίθρου, σε κοινωνικά προβλήματα και τα ανθρώπινα δικαιώματα, μοιάζουν με υποχρέωση, σαν μια σάλτα πάνω στο κοντοσούβλι και τον «μουζάκα», μιας αχαλίνωτης γραφικότητας.
Από τις ερμηνείες ξεχωρίζουν οι γηραιές κυρίες Αντρέα Μάρτιν, Λέινι Καζάν και Μαρία Βρακάτσης, ενώ δεν είναι κακός και ο Λούις Μάντιλορ.







