Ανέκαθεν, στην ιστορία του ελληνικού λαού, υπήρχαν πρόσωπα, που εκμεταλλεύτηκαν ανθρώπους και καταστάσεις υπέρ τους. Κάποια εξ αυτών ήταν οι κομπογιαννίτες.
Του Σταύρου Μαρινόπουλου
Η καταγωγή τους και οι πολλά υποσχόμενες μέθοδοι
Για την προέλευση του συγκεκριμένου χαρακτηρισμού , υπάρχουν δύο θεωρίες. Πρόκειται για μια σύνθετη λέξη, η οποία, είτε προέρχεται από την λέξη «κομπώνω», που σημαίνει απατώ και «Γιαννίτης» (άλλη ονομασία του κατοίκου της πόλης των Ιωαννίνων), είτε από την λέξη «κόμποι», που είχαν στα μαντήλια τους και την λέξη «Γιαννίτης» πάλι. Οι κομπογιαννίτες και οι κομπογιαννίτισσες, ουσιαστικά, αποτέλεσαν ψευτογιατρούς, «ειδικούς», των οποίων η φήμη προηγούταν κι όχι οι ικανότητές τους στην πραγματικότητα. Κατάγονταν από τα Ιωάννινα ή τα Ζαγόρια. Γύριζαν τον προεπαναστατικό ελλαδικό χώρο και προσφέροντας τις «θεραπευτικές τους ικανότητες», εκμεταλλεύονταν ανθρώπους άρρωστους, σε κατάσταση ανάγκης. Χρησιμοποιούσαν εμπειρικές μεθόδους, όπως αγριάδα, έμπλαστρα, μαντζούνια, αλοιφές και με την υπόσχεση ότι θα κάνουν καλό, κέρδιζαν αρκετά χρήματα από αφελείς, φτάνοντας και σε άλλες περιοχές των Βαλκανίων. Η έντονη παρουσία τους και η καταστροφική αρκετές φορές επιρροή τους συνεχίστηκε μέχρι την εμφάνιση των πραγματικών γιατρών, των αληθινών επιστημόνων.
Λίγη έμπνευση
Ωστόσο, μέχρι σήμερα, η λέξη αυτή χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη για να περιγράψει τον άνθρωπο, που παριστάνει τον γιατρό, αλλά είναι στην πραγματικότητα ένας αγύρτης, ένας τσαρλατάνος, που εξαπατά τους άλλους, έχοντας κάποιο οικονομικό όφελος. Ο όρος έχει εμπνεύσει και τους σεναριογράφους να δημιουργήσουν τέτοιους χαρακτήρες, όπως στην σειρά «Οι Μεν και οι Δεν» την φίλη και πρώην του Τίμου Σταμάτη (Στέλιος Μάινας) «Δρ. Χρυσάνθη Βασιλείου» (Λουκία Πιστιόλα), με την ανάλογη εμφάνιση (φωτογραφία παρακάτω), η οποία εκμεταλλεύτηκε τους υποχόνδριους φόβους του δικηγόρου Διονύση Δάγκα, ώστε «να τον αφαιμάξει».

Τέλος, είναι γνωστό ότι οι κομπογιαννίτες δεν υπήρξαν μόνο εντός του τότε ελλαδικού χώρου, αλλά κι αλλού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες του 19ου αιώνα, για παράδειγμα, κάποιοι άλλοι, μπορούσαν να τους ανταγωνιστούν, οι πωλητές φιδελαίου. Τάζοντας λαγούς με πετραχήλια, οι άνθρωποι αυτοί πουλούσαν το απόλυτο προϊόν, το φιδέλαιο, που γιάτρευε τα πάντα και κέρδιζαν χρήματα, αποκτώντας, όμως, πολύ συχνά προβλήματα με τον νόμο, καταφέρνοντας να γίνουν και στοιχείο της κοινωνίας της Άγριας Δύσης, το οποίο μπήκε στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση και τα βιντεοπαιχνίδια, που εμπενύστηκαν από αυτήν.

Ο Benedict Allbright, ένας τέτοιος επιτήδειος από το βιντεοπαιχνίδι Red Dead Redemption 2.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΑΟ ΕΔΩ







