Saturday, 24 October 2025

Η Μαρινέλλα «έφυγε» από τη ζωή: Η ιστορία ενός μύθου – Από τη Θεσσαλονίκη του ’38 μέχρι την απόλυτη καταξίωση

Δείτε επίσης

Η Ελλάδα είναι πιο φτωχή, καθώς αποχαιρετά μια σπουδαία καλλιτέχνιδα,  τη Μαρινέλλα,  τη μεγαλύτερη λαϊκή φωνή της Ελλάδας, που   άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 88 ετών κοντράροντας μέχρι την τελευταία στιγμή τον θάνατο . Η κορυφαία τραγουδίστρια άφησε την τελευταία της πνοή στο σπίτι της με τη  δυσάρεστη είδηση  να κάνει γνωστή η οικογένειά της με σχετική ανακοίνωση: «Με βαθιά θλίψη σας ανακοινώνουμε την απώλεια της Μαρινέλλας, αγαπημένης μας μητέρας και γιαγιάς, η οποία κατέληξε στο σπίτι της, σήμερα 28 Μαρτίου 2026 στις 18:00». Η Μαρινέλλα «έφυγε» από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών, μετά από πολύμηνη μάχη με τις επιπτώσεις σοβαρού εγκεφαλικού που υπέστη στην σκηνή του Ηρωδείου τον Σεπτέμβριο του 2024. Η μεγάλη τραγουδίστρια ερμήνευε το τρίτο τραγούδι της, «Εγώ κι εσύ», όταν ξαφνικά σωριάστηκε στη σκηνή, προκαλώντας σοκ στους θεατές και σε όλη τη χώρα Μετά από 113 ημέρες νοσηλείας σε ιδιωτικό θεραπευτήριο η εμβληματική καλλιτέχνιδα επέστρεψε στο σπίτι της, που είχε  μετατραπεί σε χώρο νοσηλείας για την υποστήριξή της, με αυστηρές συστάσεις από τους γιατρούς. Εκεί λάμβανε φροντίδα από την οικογένεια της σχεδόν 1,5 χρόνο καθώς  δεν είχε επαφή με το περιβάλλον. Εκτός από την κόρη της κοντά της ήταν ο

 

Το πραγματικό της όνομα ήταν Κυριακή Παπαδοπούλου. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 19 Μαΐου 1938.

«Το σπίτι μας ήταν ένα ημιυπόγειο στο κέντρο της πόλης, συγκεκριμένα στην οδό Παλαιών Πατρών Γερμανού. Το πραγματικό μου όνομα είναι Κυριακή Παπαδοπούλου. Η Κική, το στερνοπούλι μιας εξαμελούς οικογένειας. Σήμερα έχουμε μείνει εγώ και η αδελφή μου, η Λούλα, και είμαστε μια γροθιά. Τους άλλους, δυστυχώς, τους χάσαμε. Σκληρές οι παιδικές μνήμες, αφού μεγάλωσα την εποχή του πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου. Ανήκω σε μια γενιά η οποία ωρίμασε γρήγορα. Ήμουν παιδάκι σε χρόνια που κυριαρχούσαν οι κακουχίες, οι ελλείψεις και οι στερήσεις» είχε δηλώσει σε συνέντευξή της στη LiFO.

«Πείνα και μπόλικο κρύο που κανείς σήμερα δεν μπορεί να καταλάβει. Ναι μεν ατελείωτα παιχνίδια σε χωμάτινους δρόμους αλλά και τα πάντα μετρημένα. Από τη μια ο παράδεισος της παιδικής ηλικίας με την ανεμελιά και απ’ την άλλη η αγριότητα και οι συμφορές. Βιώματα που δεν μπορούν να ξεπεραστούν. Το σημαντικότερο ήταν, όμως, ότι το σπίτι μας ξεχείλιζε από αγάπη. Ζούσαμε φτωχικά, αλλά ευτυχισμένα. Κι αυτό οφείλεται στους γονείς μας. Μια φράση που με ακολουθεί ακόμη και σήμερα είναι: ”Τι θα φάμε;”. Ξορκίζαμε τους φόβους μας με το φαγητό. Αυτή είναι μια συνήθεια που πήρα απ’ τους γονείς μου, οι οποίοι κατάγονταν από τον Πόντο και πριν έρθουν στην Ελλάδα ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη» είχε προσθέσει.

Στα 17 της, ακολούθησε ως ηθοποιός τον θίασο της Μαίρης Λωράνς όπου έκανε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. Δίπλα της, οι ανερχόμενοι τότε ηθοποιοί Κώστας Βουτσάς και Μάρθα Καραγιάννη, αλλά και η Σόνια Δήμου, ο Γιάννης Τζαννετάκος και η χορεύτρια Ντέπυ Φιλοσόφου. Κάποιο βράδυ, η τραγουδίστρια του θιάσου αρρώστησε και η Μαρινέλλα που ήξερε απ’ έξω όλα τα τραγούδια, την αντικατέστησε. Τραγούδησε το «Ο άνθρωπος μου» της Σοφίας Βέμπο, σε μουσική του Μενέλαου Θεοφανίδη και στίχους του Μίμη Τραϊφόρου, αλλά και το «Μαλαγκένια», Ισπανικό τραγούδι της Κατοχής. Η Μαρινέλλα έγινε ακολούθως η βασική τραγουδίστρια του θιάσου.

Το 1956, η Μαρινέλλα μπήκε στο Στρατιωτικό Θέατρο Θεσσαλονίκης ως τραγουδίστρια γιατί της έδιναν καλύτερη αμοιβή. Παράλληλα ξεκίνησε την καριέρα της ως τραγουδίστρια στο κέντρο «Πανόραμα» της Νέας Ελβετίας Θεσσαλονίκης, πίσω από το γήπεδο του Άρη, όπου ο τραγουδοποιός Τόλης Χάρμας την βάφτισε καλλιτεχνικά «Μαρινέλλα», εμπνευσμένος από το ομώνυμο τραγούδι του.

 

Όταν η Κυριακή έγινε Μαρινέλλα στο «Πανόραμα»

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 η Μαρινέλλα θα πιάσει δουλειά στο νυχτερινό κέντρο «Πανόραμα» στη Νέα Ελβετία, πίσω από το γήπεδο του Άρη.

Εδώ θα διαδραματιστεί ίσως η πιο καθοριστική σκηνή της καριέρας της. Στο «Πανόραμα» του 1956 θα γνώριζε τον τραγουδοποιό Τόλη Χάρμα ο οποίος και της έδωσε το καλλιτεχνικό της όνομα.

«Κορίτσι μου, είναι δυνατό να σε βγάλουμε στο πάλκο ως Κική Παπαδοπούλου; Για τραγουδίστρια σε πήραμε, όχι για δακτυλογράφο», θα της πει. «Και πώς πρέπει να το κάνω;», θα απαντήσει εκείνη.

«Μαρινέλλα», ακούγεται να λέει ο Χαρμάς, εμπνεόμενος από το ομώνυμο τραγούδι του. Το κουβάρι του μύθου της Μαρινέλλας αρχίζει να ξετυλίγεται.

Μία ακόμα γνωριμία-«σταθμός»: ο μπουζουξής Στέλιος Ζαφειρίου. Δούλευε εκείνη την εποχή στο «Πανόραμα» και ήταν ο άνθρωπος που τη γνώρισε στον Στέλιο Καζαντζίδη.

Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, ο Καζαντζίδης πήγε να συναντήσει τον Ζαφειρίου. Μπαίνοντας στο «Πανόραμα» άκουσε μία γυναικεία φωνή να ερμηνεύει το «Το πιο πικρό ψωμί» του Μητσάκη, ένα τραγούδι που είχε πρωτοπεί λίγο νωρίτερα εκείνος.

Ημέρες μετά την πρώτη χειραψία, ο Καζαντζίδης θα της ζητήσει να γίνει το σεκόντο του. Η Μαρινέλλα θα δεχτεί. Η πρώτη κοινή τους εμφάνιση θα γίνει στο παραθαλάσσιο κέντρο «Λουξεμβούργο» της Θεσσαλονίκης.

Πολλά χρόνια αργότερα, η Μαρινέλλα θα πει ότι ο Καζαντζίδης ήταν για εκείνη μεγάλος, αν όχι ο μεγαλύτερος, δάσκαλος.

Ο Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα γνώρισαν απίστευτη δόξα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τραγούδησαν στην Αμερική και στην Αυστραλία με επιτυχία, ενώ ηχογράφησαν τραγούδια σε πρώτη και δεύτερη εκτέλεση.

Για την αγορά της Αυστραλίας, η Μαρινέλλα ηχογράφησε σόλο δυο πολύ σπάνια τραγούδια, το «Θέλω απόψε κρουαζιέρα» του Αθανάσιου Μπουρλιάσκου και το «Μια πεντάμορφη τσιγγάνα» του Χρήστου Κολοκοτρώνη, σε στίχους Ηλία Εσδρά. Τον ίδιο χρόνο, ακολούθησε μια σειρά συναυλιών στην Κωνσταντινούπολη.

Το 1960, η Μαρινέλλα και ο Καζαντζίδης, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στον ελληνικό κινηματογράφο (συνολικά συμμετείχαν μαζί σε 10 ελληνικές ταινίες), στην κωμική ταινία του Ροβήρου Μανθούλη, «Η κυρία Δήμαρχος», ερμηνεύοντας μαζί τα τραγούδια «Για ‘μας ποτέ μη ξημερώσει» και «Ζιγκουάλα», ενώ η Μαρινέλλα ερμήνευσε σόλο το τραγούδι του Αργύρη Κουνάδη «Αλλάξανε τα πράγματα».

Το καθοριστικό 1966

Ο Στέλιος Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα, παντρεύτηκαν στις 7 Μαΐου του 1964 με κουμπάρο τον Στέλιο Πελαγίδη, τότε σύζυγο της Πόλυς Πάνου.

Ο γάμος τους έγινε υπό άκρα μυστικότητα, μιας και οι θαυμαστές τους ήταν διατεθειμένοι να κατασκηνώσουν έξω από την εκκλησία για να τους δουν.

Παντρεύτηκαν τελικά στην Αγία Βαρβάρα στο Χαλάνδρι στις 6.30 μ.μ.. Παράνυμφοι ήταν ένα άλλο εμβληματικό δίδυμο της εποχής, ο Μανώλης Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα.

Στις αρχές του ’65, ο Καζαντζίδης πήρε την απόφαση να σταματήσει τις εμφανίσεις του. Χώρισαν τον Σεπτέμβρη του ’66. Η Μαρινέλλα μιλώντας για τη σχέση τους στον Τάσο Κουτσοθανάση, είχε αναφέρει: «Να εργάζεσαι δίπλα σε έναν “κολοσσό” δεν είναι εύκολο.

Στην αρχή με δυσκόλεψε και νόμισα πως δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα. Σιγά σιγά, όμως, κατάφερα να σταθώ στα δικά μου πόδια. Αν κατόρθωσα να πείσω το κοινό ότι αξίζω μόνη μου, είναι ένα γεγονός που με κάνει ευτυχισμένη».

Σε άλλη συνέντευξη, είχε εξομολογηθεί: «Το ότι επιβίωσα σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο οφείλεται ίσως στο ότι από πολύ μικρή ήμουν με τον Στέλιο Καζαντζίδη και είχα πάντα την προστασία και τη φροντίδα του».

Η Μαρινέλλα είναι πια μόνη της, με μία φλόγα μέσα της να σιγοκαίει για σόλο καριέρα. «Έπαιξε πολύ ρόλο το ’66, αυτή η αλλαγή που έγινε στην ιδιωτική μου ζωή», παραδέχεται η ίδια στον Γιώργο Παπαστεφάνου.

Και συνεχίζει: «Επειδή έπαψα να είμαι πια τότε το σεκόντο του Καζαντζίδη, έπρεπε και εγώ να τα βγάλω πέρα μόνη μου. Και να δουλέψω μόνη μου και η εξέλιξη είναι αυτή που ξέρετε όλοι.

Μην κοιτάς που ήμουν ακίνητη αν θέλεις σε αυτή τη σκηνή. Και τότε νομίζω ότι είχα μέσα μου αυτό το ταμπεραμέντο.

Και όταν τραγουδούσα στην καρέκλα, σηκωνόμουν όταν επρόκειτο να τραγουδήσω μόνη μου και κουνιόμουν και είχα μια κίνηση. Νομίζω από τότε το είχα μέσα μου αυτό το πράγμα για να κάνω κάτι μόνη μου, δεν ξέρω».

Ο Γιάννης Ξανθούλης στην εκπομπή «Στούντιο 4» είχε μιλήσει για την περίοδο που ακολούθησε τον (δια)χωρισμό του ζευγαριού, αλλά και για το «βουνό» που είχε να ανέβει η Μαρινέλλα.

«Η Μαρινέλλα γίνεται Μαρινέλλα μετά το ’67. Μετά το ’66, όταν χώρισαν πια, ήταν στον άσσο και μάλιστα συντηρούσε και τους γονείς της. Δεν είχε χρήματα.

Ήταν δύο άνθρωποι αλλά μία τσέπη, όχι δύο. Λοιπόν, εν πάση περιπτώσει, τα λεφτά της τα πήρε. Της είπε “θα σου δώσω τα λεφτά όταν χωρίσουμε και βγει το διαζύγιο”. Της τα έδωσε αλλά υπήρχε μια ψυχρότητα και λόγια ψυχρά.

Τότε ο κόσμος την αντιμετώπισε φριχτά. Γιατί ο κόσμος ήταν με τον Καζαντζίδη. Δηλαδή πήγαινε να τραγουδήσει και άκουγε: “άει μωρή, που έκανες το παλικάρι μας να κλάψει και να στεναχωρηθεί”.

Γιατί αυτός τραγουδούσε όλα αυτά τα τραγούδια και ο κόσμος καταλάβαινε ότι έβγαζε τον πόνο του για έναν μεγάλο έρωτα που δεν ευοδώθηκε και το μυαλό του ήταν στη Μαρινέλλα».

Η συνάντηση με τον Γιώργο Κατσαρό

«Μετά από αρκετό καιρό βρίσκομαι μια μέρα στη Σταδίου και βλέπω τη Μαρινέλλα. Με αγκαλιάζει και κλαίγοντας μου λέει: “Έφυγα από τον Στέλιο”. Δεν είχε τίποτα. Ούτε λεφτά να πάει στο σπίτι της», θα θυμηθεί ο Γιώργος Κατσαρός στην ίδια εκπομπή.

«Την παίρνω στη Ρωσία μαζί, κάνει μεγάλη επιτυχία. Ήμασταν καλεσμένοι παντού επισήμως, ως εκπρόσωποι της Ελλάδας. Όταν γυρίσαμε από τη Ρωσία την παίρνω μαζί μου και στο θέατρο ως σολίστ, μόνη της. Και την παίρνω και μαζί μου, το μεγάλο ξεκίνημα ήταν η “Νεράιδα”. Ένα πρόγραμμα καταπληκτικό».

Ο Γιώργος Κατσαρός, ύστερα από τουρνέ 45 ημερών μαζί της σε τέσσερις πόλεις της Ρωσίας, της πρότεινε να εμφανιστεί στο παραμυθόδραμα του Κώστα Χατζηχρήστου «Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι» στο θέατρο «Παρκ».

Τραγούδησε το «Απόψε χάνω μια ψυχή», σε στίχους Πυθαγόρα. Αυτή η εμφάνιση της Μαρινέλλας ήταν η πρώτη σόλο εμφάνισή της μετά τον χωρισμό της από τον Στέλιο Καζαντζίδη.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία της Μαρινέλλας, ήταν το τραγούδι «Σταλιά – σταλιά» του Γιώργου Ζαμπέτα σε στίχους Διονύση Τζεφρώνη, που κυκλοφόρησε το 1968. Του το είχε ζητήσει η ίδια να το πει, στο στούντιο ΕΡΑ, αφού είχε προηγηθεί η άρνηση της Αλίκης Βουγιουκλάκη να το τραγουδήσει στην ταινία «Το κορίτσι του λούνα παρκ» του Κώστα Καραγιάννη.

Ο Ζαμπέτας έχει περιγράψει εκείνη τη σκηνή. «…Έρχεται η Μαρινέλλα και μου λέει στ’ αυτί “Μανίτσα να το πω εγώ αυτό το τραγούδι;” Κι εγώ της λέω “ό,τι γουστάρει η Κίτσα” – έτσι τη λέγαμε χρόνια, με το χαϊδευτικό της.

Πάω σπίτι, δεν περνάει πολλή ώρα, χτυπάει το τηλέφωνο και μου λέει “Τελειώσαμε”. Μου βάζει να τ’ ακούσω και ακούω και παγώνω. “Μπράβο ρε Μαρινέλλα, μπράβο”. Πώς το ‘χε τραγουδήσει έτσι, πόσο γλυκά το είπε, τι ψυχούλα που έβαλε».

Στις 17 Ιανουαρίου του 1969, κυκλοφόρησε τον πρώτο της προσωπικό δίσκο 33′ στροφών με τον τίτλο «Σταλιά – Σταλιά», μια συλλογή από τραγούδια που είχαν ήδη χαράξει πορεία στις 45′ στροφές.

Την ίδια χρονιά, εμφανίστηκε στην «Παλιά Αθήνα» της Πλάκας, δίπλα στους Δημήτρη Μητροπάνο, Κλειώ Δενάρδου και Σόφη Ζαννίνου.

Η «όρθια επανάσταση»

Ο τρόπος που αντιμετώπιζε τη δουλειά της, την έκανε να ξεχωρίσει. Χρησιμοποιούσε μεγάλες ορχήστρες με τους καλύτερους μουσικούς της εποχής.

Πρόσεχε τον ήχο, έβαλε θεατρικούς προβολείς, αντικατέστησε το σπάσιμο των πιάτων με τις γαρδένιες, έφτιαξε τα καμαρίνια και επέβαλε όχι μόνο την Κυριακή να είναι ρεπό, αλλά και οι μουσικοί της να πληρώνονται εκείνο το ρεπό.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο Stork της Φιλλελήνων ή στην παραλία, συνυπάρχει ο -ανερχόμενος τότε- Γιώργος Νταλάρας με επιμελητή προγράμματος τον Σταύρο Ξαρχάκο. «Είναι η εποχή της Μαρινέλλας», όπως τη χαρακτήρισε ο Νταλάρας σε συνέντευξή του στον Νίκο Χατζηνικολάου.

Η Μαρινέλλα σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις της, στο ΒΗΜΑ και στη Μυρτώ Λοβέρδου, είχε αναφερθεί στο λαϊκό τραγούδι, στην Πλάκα και στην προσωπική της επανάσταση «να σηκωθεί».

«Υπήρχε όμως ένας διαχωρισμός: Το λαϊκό τραγούδι και το ευρωπαϊκό τραγούδι. Στην Πλάκα ούτε αρχοντορεμπέτικα δεν έμπαιναν, εκεί ήταν μόνο τα μοντέρνα. Τα άλλα ήταν στα λαϊκά.

Όταν άρχισε να εισβάλλει το λαϊκό τραγούδι και σε αυτά τα μαγαζιά, άρχισε να αλλάζει και το ντύσιμο. Έκανα εγώ την αρχή στα λαϊκά, σηκώθηκα πάνω».

Άρχισε λοιπόν να μπαίνει το μπουζούκι σιγά σιγά στην Πλάκα αλλά και το μοντέρνο μπήκε στα λαϊκά μαγαζιά. Μετά, όταν έκανα τα σόου στην πίστα, έφερα στα λαϊκά μαγαζιά της εποχής στοιχεία από τις μοντέρνες τραγουδίστριες. Ντύθηκα, έβαλα φορέματα, έβαλα παντελόνια, αδιανόητα πράγματα.

Επειδή εγώ ξεκίνησα από το θέατρο, το θεώρησα φυσικό να σηκωθώ. Δεν μπορούσα να κάθομαι στην καρέκλα. Και κάθησα δέκα χρόνια! Σπουδαίο σχολείο αυτό. Μετά όμως πήρα στοιχεία που ήξερα από το θέατρο, πήρα καινούργια στοιχεία από τα ταξίδια μου στο εξωτερικό, αγόρασα ωραία φορέματα.

Εδώ δεν είχαν ιδέα από όλα αυτά. Πάντα κάποιος κάνει μια αρχή και οι άλλοι το θεωρούν επανάσταση. Μου άρεσε πολύ αυτό. Δεν μου το είπε κανείς. Μόνη μου το έκανα. Ηθελα να ξεκολλήσω, να σηκωθώ από την καρέκλα».

O Φρανκ Σινάτρα, βλέποντας τη Μαρινέλλα θα πει εκστασιασμένος: «Αν αυτή η γυναίκα διάλεγε να κάνει διεθνή καριέρα, δύο εβδομάδες θα ήταν αρκετές για να μιλάει γι’ αυτή όλος ο κόσμος».

Μια ανύπαντρη μητέρα

Η δεκαετία του ’70 είναι για τη Μαρινέλλα μια δεκαετία πολλών και συνεχών αλλαγών. Μια δεκαετία διαρκούς αναπροσαρμογής, πάντα υπό τα άγρυπνα φώτα της δημοσιότητας.

Η καριέρα της Μαρινέλλας καλπάζει με τις επιτυχίες να διαδέχονται η μία την άλλη. Στην αντίπερα όχθη, η προσωπική ζωή της ακολουθεί ανάλογη πορεία (έστω και με χρονικό περιορισμό).

Η Μαρινέλλα και ο Τόλης Βοσκόπουλος γνωρίστηκαν το 1973, όμως η χρονιά αυτή επιφύλασσε για τη Μαρινέλλα κάτι πολύ μεγαλύτερο. Η γέννησης της κόρη της, τον Ιούλιο του 1973, ήταν το μεγαλύτερο δώρο της ζωής της.

Μπείτε στην ομάδα μας να ενημερώνεστε για όλα τα καλά νέα από το 1ο site στην Ελλάδα με μόνο θετικές ειδήσεις και πολλούς Διαγωνισμούς!!!

Ακολουθήστε το Bestnews στο Facebook [ΚΛΙΚ ΕΔΩ]

Ακολουθήστε τις ειδήσεις του BestNews στο Google News

- Advertisement -

Σας ενδιαφέρουν

- Advertisement -
spot_img
- Advertisement -spot_img
- Advertisement -spot_img
- Advertisement -

Ο Καιρός

- Advertisement -

Καιρός Αθήνα

Τελευταία Νέα

- Advertisement -

Newsletter

Εγγραφείτε στο Νewsletter μας για να ενημερώνεστε πρώτοι για τα καλά νέα που θα σας φτιάχνουν τη μέρα!