Ήταν το 1974 όταν μια 31χρονη διαζευγμένη γυναίκα, η Marty Goddard, μπήκε για πρώτη φορά σε ένα κέντρο στο Σικάγο που παρείχε υποστήριξη σε εφήβους που το είχαν σκάσει από το σπίτι. Οι «ανήλικοι δραπέτες» της εποχής δεν ήταν ελεύθερα πνεύματα με την επιθυμία να εξερευνήσουν τον κόσμο έξω από το σπιτι τους. Ήταν, σε μεγάλο ποσοστό, άστεγοι με αυτοκτονικές σκέψεις. Όπως θα διαπίστωνε, επιπλέον, η Marty πολλά κορίτσια κουβαλούσαν την ενοχή μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης και την ντροπή της ενδοοικογενειακής βίας.
Η δεκαετία του ‘70 απέχει μισό αιώνα και μία αιωνιότητα από το σήμερα. Η αντιμετώπιση των περιστατικών της γυναικείας, ακόμα και της παιδικής, κακοποίησης ήταν διαφορετική. Σε ένα ψυχιατρικό εγχειρίδιο εκείνης της εποχής γράφει ότι η αιμομιξία συνέβαινε σε μία οικογένεια ανά εκατομμύριο. Συμπληρώνει πως ακόμα και σε εκείνες τις «εξαιρετικά σπάνιες» περιπτώσεις, μπορεί να ευθυνόταν το κορίτσι και όχι π.χ. ο πατέρας ή ο θείος. Επίσης η έννοια του βιασμού εντός του γάμου δεν υφίστατο καν, νομικά. Ως βιασμός αναγνωριζόταν μόνο εκείνος που συνέβαινε σε έναν σκοτεινό δρόμο, από έναν άγνωστο άντρα. Οπότε οι γυναίκες καλά θα έκαναν να μην κυκλοφορούν μόνες το βράδυ και φυσικά να μην είναι «προκλητικά» ντυμένες.
Εκείνες που τολμούσαν να καταγγείλουν βιασμό ήταν μόλις μία στις δέκα, σύμφωνα με στατιστικές. Ακόμα και τότε δεν είχαν πολλές ελπίδες να δουν τον δράση να συλλαμβάνεται και, ακόμα περισσότερο, να καταδικάζεται.
Στους New York Times μιλάει η συγγραφέας Pagan Kennedy για τα θύματα. Συγκεκριμένα, αναφέρει πως αν μια επιζήσασα κατέφευγε στο νοσοκομείο οι νοσηλεύτριες, λόγω άγνοιας, κατέστρεφαν τα στοιχεία του εγκλήματος. Και όταν μετά πήγαινε στο αστυνομικό τμήμα, πιθανότατα κατέληγε να νιώθει σαν να ανακρίνεται η ίδια ως ύποπτη.
«Ένα εγχειρίδιο εκπαίδευσης αστυνομικών στο Σικάγο από το 1973 έγραφε: “Πολλές καταγγελίες για βιασμό δεν είναι θεμιτές. Είναι ατυχές το γεγονός ότι πολλές γυναίκες ισχυρίζονται ότι βιάστηκαν προκειμένου να πάρουν εκδίκηση από έναν άπιστο εραστή”» σύμφωνα με το άρθρο των New York Times. Η Kennedy αναφέρει ότι οι αστυνομικοί ρωτούσαν τι φορούσαν οι γυναίκες και αν είχαν «προκαλέσει» τον δράστη. Ακόμα και αν το είχαν απολαύσει. Έκαναν ό,τι θα αποκαλούσαμε σήμερα «victim blaming».
Ακόμα και τότε, ωστόσο, πριν από την έλευση της εξέτασης DNA, υπήρχαν τα μέσα να εντοπιστεί ο δράστης, για παράδειγμα, με το δείγμα αίματος που ενδεχομένως να υπήρχε σε ευρήματα όπως τα ρούχα ή τα νύχια του θύματος. Αυτά τα στοιχεία θα υποστήριζαν πολύ πιο σταθερά μια υπόθεση από μια «απλή» γυναικεία μαρτυρία, η οποία μάλιστα όπως φαίνεται στη δεκαετία του ‘70 αντιμετωπιζόταν στην καλύτερη περίπτωση επιφυλακτικά και στη χειρότερη, εχθρικά. Αυτά τα δεδομένα είχε στα χέρια της η Goddard την περίοδο που εργαζόταν στο κέντρο υποστήριξης εφήβων και άρχισε να αντιλαμβάνεται πόσο πολλά κορίτσια είχαν υποστεί κακοποίηση.
Την ίδια εποχή έσκασε ένα κύμα γυναικείων καταγγελιών για βιασμούς, που οι New York Times παρομοιάζουν σε μαζικότητα με το σημερινό #metoo (αν και όχι σε συμπερίληψη: εκείνες οι καταγγελίες προέρχονταν από λευκές, εύπορες γυναίκες – ο λόγος μιας μαύρης δεν μετρούσε το ίδιο). Η επιρροή του στην κοινή γνώμη διευκόλυνε την Goddard ώστε μαζί με μια ακτιβίστρια και στενή συνεργάτιδά της, τη Cynthia Gehrie, να προσεγγίσει τον πολιτειακό γενικό εισαγγελέα του Σικάγο, Bernard Carey, και να τον πείσει να της παραχωρήσει πρόσβαση στα αστυνομικά τμήματα.
Παρακολουθώντας από κοντά τη διαχείριση των καταγγελιών, συνειδητοποίησε ότι τα προβλήματα ξεκινούσαν από το ότι κανένας δεν καθοδηγούσε τους γιατρούς και τους νοσηλευτές ώστε να συγκεντρώνουν σωστά τα στοιχεία. Πώς θα μπορούσε όμως να γίνει αυτή η συλλογή ολοκληρωμένα και με ακρίβεια; Η απάντηση ήρθε στο μυαλό της στη μορφή ενός κιτ με μπατονέτες, σωληνάρια και οδηγίες χρήσης. Ενός κιτ βιασμού.
Όταν ωστόσο παρουσίασε την ιδέα της στον αξιωματούχο της αστυνομίας με τον οποίο συνεργαζόταν τότε, Louis Vitullo, ήρθε αντιμέτωπη με ένα ξέσπασμα θυμού που της άφησε την εντύπωση ότι η ιδέα της δεν θα γινόταν ποτέ πραγματικότητα. Μέχρι που μια μέρα -σύμφωνα με τη μαρτυρία της συνεργάτιδας της Goddard, Cynthia Gehrie, στους New York Times- o Vitullo κάλεσε την Goddard στο γραφείο του και της έδειξε την πρότασή της υλοποιημένη σε ένα κουτί με όλα τα εργαλεία που είχε προτείνει η ίδια – συν κάποιες δικές του προσθήκες. Όπως όμως επιβεβαιώνουν διαφορετικά άτομα στο περιβάλλον της Goddard, ο αξιωματούχος την εκβίασε να δώσει το δικό του όνομα στο κιτ, διαφορετικά δεν θα το προχωρούσε.








