Όταν η ηχώ των θριαμβευτικών πασχαλινών ύμνων καταλαγιάζει, η αττική γη δεν επιστρέφει απλώς στους γνώριμους, σύγχρονους ρυθμούς της.
Γράφει η Νίκη Καταφελή
Στη σκιά των Γερανείων Ορέων, εκεί όπου τα ελαιόδεντρα και τα αμπέλια αγκαλιάζουν τον Σαρωνικό κόλπο, τα Μέγαρα, μια πόλη που ακροβατεί με μοναδική μαεστρία ανάμεσα στο ένδοξο αρχαιοελληνικό παρελθόν της και τη ζωντανή λαϊκή της παράδοση, ετοιμάζονται για τη δική τους, ξεχωριστή αναγέννηση. Η Τρίτη της Διακαινησίμου (ευρύτερα γνωστή ως Τρίτη του Πάσχα) αποτελεί για τους Μεγαρίτες την απόλυτη κορύφωση ενός αρχέγονου κύκλου ζωής. Εκεί, η έλευση της άνοιξης δεν γιορτάζεται απλώς. Ιερουργείται!
Σε αυτό το βαθιά βιωματικό οδοιπορικό, αφήνουμε πίσω τον πολύβουο αστικό ιστό της πρωτεύουσας για να καταδυθούμε στο εθιμικό βάθος της μεγαρίτικης γης. Πηγαίνουμε σε έναν τόπο όπου τα «Ρουσάλια» και ο «Χορός της Τράτας» δεν στήνονται ως μια στείρα τουριστική ατραξιόν, αλλά συνιστούν μια αυθεντική επιβίωση της δωρικής ψυχής, μια βιωμένη πραγματικότητα που μεταφέρεται ευλαβικά από γενιά σε γενιά.
Τα Ρουσάλια: Η Εαρινή Μυσταγωγία των Ανδρών
Πριν τα στιβαρά βήματα των γυναικών δονήσουν τη γη της πλατείας, οι γειτονιές των Μεγάρων έχουν ήδη παραδοθεί στον ρυθμό που υπαγορεύουν τα «Ρουσάλια».
Το έθιμο αυτό, με ρίζες που, σύμφωνα με τους ερευνητές, χάνονται στις αρχαίες ρωμαϊκές γιορτές των Ροδαλίων (Dies Rosaliae – γιορτές αφιερωμένες στα ρόδα, την άνοιξη και την απότιση φόρου τιμής στους νεκρούς), ενσωματώθηκε σοφά στη βυζαντινή και μετέπειτα στη νεότερη ελληνική λαϊκή παράδοση. Σήμερα, λειτουργεί ως ένα ιδιότυπο πλέγμα πασχαλινών καλάντων και λαμβάνει χώρα τη Δευτέρα και την Τρίτη του Πάσχα, αποτελώντας ένα κατεξοχήν ανδρικό τελετουργικό δρώμενο.

Μεγαρίτες, ντυμένοι με τις τοπικές ενδυμασίες και γεμάτοι κέφι, συγκροτούν παρέες και περιδιαβαίνουν τα στενά της πόλης, γυρνώντας από σπίτι σε σπίτι για να εξυμνήσουν τον ερχομό της άνοιξης και το θαύμα της Ανάστασης. Η σύνθεση της ομάδας είναι αυστηρά δομημένη, θυμίζοντας ιερατική πομπή:
- Ο Μπροστάρης: Είναι ο οδηγός του χορού, εκείνος που φέρει στα χέρια του το κοντάρι με τον λουλουδένιο σταυρό, το αδιαμφισβήτητο σύμβολο της θείας ευλογίας και της γήινης βλάστησης.
- Ο Σαχανατάρης (ή Ταμίας): Ο τελευταίος της πομπής, ο οποίος κρατάει το «καρτάλι», ένα χαρακτηριστικό παραδοσιακό καλάθι στο οποίο οι νοικοκύρηδες εναποθέτουν τα φιλέματά τους: κόκκινα αυγά, κουλούρια της Λαμπρής, τοπικά εδέσματα και χρήματα.
- Και στη μέση, ο τυμπανιστής που δίνει τον ρυθμό.
Οι στίχοι των Ρουσαλιών που αντηχούν στα σοκάκια, διανθισμένοι με πλούσιους ντόπιους ιδιωματισμούς (όπως «τσαι», «Οβριοπούλες», «σκαματίζουν»), μεταφέρουν ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων. Αντανακλούν όχι μόνο τις ευχές για ευμάρεια στα σπιτικά, αλλά επικαλούνται την καρποφορία της γης και υπογραμμίζουν τους ισχυρούς δεσμούς αλληλεγγύης της κοινότητας.
Η Πλατεία του Άη Γιάννη: Το Θέατρο μιας Ζωντανής Παράδοσης

«Ωραία που, αμάν αμάν,
ωραία που ‘ν’ τα Μέγαρα,
ωραία που ‘ν’ τα Μέγαρα
την Τρίτη στον Άη Γιάννη.
Έρχεται ό-, αμάν αμάν,
έρχεται όλη η ξενουριά,
έρχεται ό-, αμάν αμάν,
έρχεται όλη η ξενουριά,
έρχεται όλη η ξενουριά και κάνουνε σεργιάνι.»
Αυτοί οι χαρακτηριστικοί στίχοι, βγαλμένοι μέσα από το παραδοσιακό τραγούδι «Λαμπρή Καμάρα», αποτελούν ίσως την τελειότερη εισαγωγή για το θέαμα που εκτυλίσσεται το απόγευμα της Τρίτης. Στην ιστορική πλατεία του Αγίου Ιωάννη του Γαλιλαίου (την οποία ο θυμόσοφος λαός των Μεγάρων έχει μετονομάσει, διόλου τυχαία, σε Άη Γιάννη «Χορευταρά») ο χρόνος φαίνεται κυριολεκτικά να παγώνει.
Εδώ δεν γίνεται λόγος για μια τυποποιημένη θεατρική αναβίωση. Μιλάμε για μια αδιάσπαστη πολιτισμική αλυσίδα που συνδέει το σήμερα με τα σκοτεινά χρόνια της Τουρκοκρατίας, και φτάνει ακόμα πιο πίσω, στις απαρχές του ελληνικού πολιτισμού. Η πλατεία κατακλύζεται από κόσμο. Η «ξενουριά», οι επισκέπτες δηλαδή από την Αθήνα και την υπόλοιπη Ελλάδα, συρρέουν μαζικά για να κάνουν το «σεργιάνι» τους και να γίνουν κοινωνοί ενός μυστηρίου που επιβάλλει απόλυτο σεβασμό.
Ο Χορός της Τράτας: Δωρικότητα, Μίμηση και Τελετουργικός Συμβολισμός
Όταν οι γυναίκες των Μεγάρων παρατάσσονται για να πιάσουν τον χορό, μια σχεδόν απτή, σιωπηλή κατάνυξη απλώνεται στην ατμόσφαιρα. Ο Χορός της Τράτας είναι χωρίς αμφιβολία ένας από τους πιο ιδιότυπους και εμβληματικούς ελληνικούς χορούς. Στερείται τις υπερβολικές εξάρσεις, τα εντυπωσιακά πηδήματα ή τις φιγούρες εντυπωσιασμού. Είναι όμως γεμάτος από μια εσωτερική, συγκρατημένη δύναμη.

Αντί για τον κλασικό ανοιχτό κύκλο των περισσότερων νησιωτικών ή στεριανών χορών, η Τράτα χορεύεται σε μια αυστηρή ευθεία γραμμή ή σε ελαφρύ ημικύκλιο (σχεδόν αδύνατον πια, λόγω του αυξημένου πλήθους γυναικών). Το πιο χαρακτηριστικό της γνώρισμα είναι το πιάσιμο των χεριών: οι γυναίκες σταυρώνουν τα χέρια τους (λαβή χιαστί), σαν τις πλέξεις ενός καλαθιού, δημιουργώντας μια άρρηκτη ανθρώπινη αλυσίδα που συμβολίζει την ενότητα και την αδιαπραγμάτευτη συνοχή της κοινότητας.
Ο Μύθος και τα Βήματα
Ο ρυθμός είναι ένα υποβλητικό 7/8 (3-4). Τα βήματα είναι αργά, ρυθμικά, σχεδόν συρτά στο χώμα. Σύμφωνα με την πιο διαδεδομένη λαογραφική άποψη, η κινησιολογία του χορού αποτελεί μια αναπαράσταση, μια ρυθμική μίμηση των ψαράδων που ενώνουν τις δυνάμεις τους για να τραβήξουν τη βαριά τράτα (τα δίχτυα) από τη θάλασσα στην ακτή. Μια άλλη, ακόμα πιο γοητευτική θεωρία, συνδέει τον χορό άμεσα με την αρχαιότητα. Υπενθυμίζει τις αναφορές του Πλάτωνα, ο οποίος θεωρούσε ότι οι θεοί προσέφεραν τον χορό στους ανθρώπους ως εργαλείο ύψιστης χαράς και σύνδεσης με το σύμπαν. Έτσι, ο ρυθμός και η δωρική έκφραση των γυναικών απεικονίζουν μια αρχέγονη τελετουργία προσευχής για ευφορία και καλή ψαριά.
Στην αυθεντική του μορφή, ο χορός εκτελείται δίχως τη συνοδεία μουσικών οργάνων. Η μόνη μελωδία που ακούγεται είναι το a cappella τραγούδι των ίδιων των τελεστριών, οι οποίες απαντούν η μία στην άλλη σε μορφή αντιφωνίας, δημιουργώντας ένα άκουσμα που παραπέμπει ευθέως στον χορό μιας αρχαίας τραγωδίας.
Οι Κατηφένιες και η Ιεροτελεστία της Φορεσιάς
Δεν νοείται Χορός της Τράτας χωρίς την εμβληματική μεγαρίτικη γυναικεία φορεσιά, η οποία κλέβει κυριολεκτικά την παράσταση. Στο επίκεντρο αυτού του ενδυματολογικού θαύματος βρίσκεται η περίφημη «Κατηφένια», η επίσημη παραδοσιακή φορεσιά της Μεγαρίτισσας. Πρόκειται για ένα ασύλληπτης ομορφιάς φόρεμα από ολομέταξο βελούδο (κατιφέ), συνήθως σε βαθυκόκκινες, κυπαρισσί ή βαθιές μπλε αποχρώσεις, πλούσια διακοσμημένο με περίτεχνα χρυσά σιρίτια. Είναι μια φορεσιά αρχοντική και βαριά, που ναι μεν καλύπτει αυστηρά τον γυναικείο κορμό, αλλά του προσδίδει μια βασιλική επιβλητικότητα.
Η λεπτομέρεια στην παραδοσιακή ενδυμασία είναι καθηλωτική:
- Το Ζιπούνι & Οι Λαλέδες: Το βελούδινο ζιπούνι, σε αποχρώσεις του κοκκινόμπορντου, του μελιού ή του μωβ, αγκαλιάζει το σώμα με την πολυτέλεια του «κατηφέ». Στα μανίκια του ανθίζουν οι «λαλέδες», περίτεχνα χρυσά κεντήματα που προσδίδουν στην ενδυμασία μια αίσθηση αρχοντιάς και απαράμιλλης τέχνης.
- Η Μπόλια & Το Σαπίσο: Ένα λευκό μαντήλι, το σαπίσο, στρώνεται εσωτερικά στο κεφάλι για να υποδεχτεί την «μπόλια». Πρόκειται για ένα μακρύ, ολομέταξο πέπλο τριών μέτρων, διακοσμημένο με χειροποίητα κεντήματα στις άκρες, που πέφτει ανάλαφρα στην πλάτη της Μεγαρίτισσας σαν αύρα.
- Ο Άλυσος: Στο στήθος κυριαρχεί ο «άλυσος», μια εντυπωσιακή σύνθεση από χρυσές αλυσίδες και φλουριά. Το πλήθος των νομισμάτων που λαμπυρίζουν στο φως αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα της οικονομικής ευμάρειας και της κοινωνικής υπεροχής της νύφης (μιας και η Κατιφένια παλαιότερα αποτελούσε νυφική ενδυμασία).
- Οι Φλέγες & Η Ποδιά: Η μαύρη φούστα με τις πυκνές, φαρδιές πιέτες, τις «Φλέγες», δίνει όγκο και μεγαλοπρέπεια στο βάδισμα. Μπροστά της δένεται η κεντημένη ποδιά, σε διάφορες αποχρώσεις, που ολοκληρώνει την αρμονία της φορεσιάς.
- Τα Χρυσοκέντητα Υποδήματα: Η εμφάνιση σφραγίζεται με κόκκινες παντόφλες, φιλοτεχνημένες με χρυσή κλωστή, που φοριούνται πάνω από ολόλευκα καλσόν, προσφέροντας έναν ιδιαίτερο τόνο κομψότητας στα βήματα των γυναικών.
Η προετοιμασία, το ντύσιμο δηλαδή της γυναίκας, αποτελεί μια κανονική ιεροτελεστία που απαιτεί ώρες. Η φορεσιά έχει τόσο μεγάλο βάρος και όγκο, και το στήσιμό της είναι τόσο λεπτοδουλεμένο, που οι περισσότερες γυναίκες αποφεύγουν τη χρήση αυτοκινήτου για να μην την τσαλακώσουν. Η πεζή πορεία των γυναικών που ανηφορίζουν προς την πλατεία του Άη Γιάννη, με τα χρυσά κεντήματα να αστράφτουν και τις μπόλιες να ανεμίζουν στο αεράκι, είναι από μόνη της ένα συγκλονιστικό οπτικό προοίμιο, σχεδόν ισάξιο με το ίδιο το έθιμο.
Ένα Ταξίδι στην Καρδιά του Ελληνικού Μύθου
Τα Μέγαρα την Τρίτη του Πάσχα δεν προσφέρουν απλώς ένα ευχάριστο εορταστικό θέαμα. Ανοίγουν μια νοητή πύλη στον χρόνο. Είναι μια εξαιρετικά σπάνια ευκαιρία για τον σύγχρονο ταξιδιώτη (για τον συνειδητοποιημένο, «ψαγμένο» περιηγητή που αποζητά την ουσία κάτω από την επιφάνεια και αναζητά το αυθεντικό βίωμα αντί για τα φολκλορικά στερεότυπα) να γίνει μάρτυρας μιας γνήσιας, αδάμαστης πολιτισμικής έκφρασης.
Ο Χορός της Τράτας και τα Ρουσάλια στέκονται αγέρωχα, με περηφάνια και πείσμα, απέναντι στην ισοπέδωση που επιβάλλει η σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα. Υπενθυμίζουν με τον πιο λυρικό τρόπο πως η πραγματική ταυτότητα ενός τόπου δεν κρύβεται πίσω από τις γυάλινες προθήκες των λαογραφικών μουσείων, αλλά στη μνήμη των ανθρώπων του, που επιμένουν να θυμούνται και να πράττουν συλλογικά.
Την επόμενη φορά που το εαρινό αεράκι θα φέρει το χαρμόσυνο μήνυμα του Πάσχα, αφήστε τους συνήθεις προορισμούς και αναζητήστε τον δρόμο για τη Δυτική Αττική. Σταθείτε στην άκρη της πλατείας του Αγίου Ιωάννη στα Μέγαρα και αφήστε τα δωρικά πολυφωνικά τραγούδια των γυναικών και τους στιβαρούς βηματισμούς των χρυσών κουντουρών να σας διηγηθούν τη μακραίωνη ιστορία μιας Ελλάδας που παραμένει ζωντανή.
Και τότε, αναπόφευκτα, θα ψιθυρίσετε και εσείς μαζί τους: Ναι, στ’ αλήθεια… ωραία που ‘ν’ τα Μέγαρα την Τρίτη στον Άη Γιάννη.
Χριστός Ανέστη!






