«Οι Απαράφθορες» προσιδιάζουν τόσο στο είδος του μυθιστορήματος μυστηρίου, όσο και σε αυτό της μυθιστορηματικής φιλοσοφίας, αφού ο συγγραφέας όχι μονό επινοεί και αφηγείται μια γριφώδη μυθοπλασία, αλλά στον ίδιο χρόνο φιλοσοφεί, παραβάλλοντας εμβόλιμα στην αφήγηση εκτεταμένες φιλοσοφικές σκέψεις του.
Λογοτεχνικές εντυπώσεις της Παναγιώτας Φλεβάρη
Δικηγόρου και συγγραφέως
Πιάνεις στα χέρια σου ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Οι Απαράφθορες»… Προσπαθείς να θυμηθείς αν έχεις ξανασυναντήσει αυτή τη λέξη… Μάλλον όχι… Γλωσσική πρωτοτυπία, λεξιπλασία ήδη από τον τίτλο, σκέφτεσαι… Οπωσδήποτε ένα πρώτο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του βιβλίου που κρατάς.
Ωστόσο, αν και αμάρτυρη η λέξη αυτή, αν και κατασκευασμένη από τον συγγραφέα Στέλιο Χαλκίτη, προφανώς μεταδίδει με σαφήνεια το νόημά της. Και συνάμα προϊδεάζει τον αναγνώστη για την κεντρική ιδέα αυτού που θα διαβάσει. Κατά λογική ακολουθία, η πλοκή του εν λόγω μυθιστορήματος, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ΙΑΝΟΣ», θα δομηθεί πάνω στην ιδέα της καταπολέμησης της φθοράς.
Ποιας φθοράς, όμως; Της φθοράς των γηρατειών, της φθοράς του σώματος λόγω ασθένειας, της φθοράς του χρόνου, της φθοράς των ανθρωπίνων σχέσεων, της ψυχικής φθοράς, της ηθικής φθοράς;
Με τον πρόλογό του, ο συγγραφέας παραθέτει στον αναγνώστη μια διασαφήνιση, εν είδει ερμηνευτικής προσεγγίσεως, του θέματος του μυθιστορήματός του. Η ιστορία των ηρωίδων του –προφανώς έχουμε να κάνουμε με ηρωίδες, αφού ο τίτλος του βιβλίου τίθεται σε γένος θηλυκό- είναι ευρύτερη του τοπικού πλαισίου εντός του οποίου εκτυλίσσεται, ενώ συνάμα εξέρχεται και του αντιστοίχου χρονικού πλαισίου.
Ξεπερνώντας οι ηρωίδες του βιβλίου το χωροχρονικό συνεχές της ιστορίας εντός της οποίας δρουν, βγαίνοντας δηλαδή έξω από τα όρια του τόπου όπου και του χρόνου κατά τον οποίο παρουσιάζονται να ζουν, καθίστανται «απαράφθορες», ούτως ειπείν άφθαρτες, υπό την έννοια της επίτευξης της κοσμικής αθανασίας.
Για τον Στέλιο Χαλκίτη, «απαράφθορες» είναι οι ηρωίδες του (και οι άνθρωποι γενικότερα) που αποδιδράσκουν από τον βιολογικό θάνατο, μέσω της πνευματικής υπέρβασης. Η Δαυίνα, η Θεμελίνα, η Κατερίνα, η Ελένη, η Αγγελική, που είναι κάποιες εξ αυτών, δεν επικεντρώνονται στο πώς θα συνεχίσουν να υπάρχουν στον κόσμο, σε αυτόν ή κάποιον άλλον, ως φυσικές οντότητες.
Αυτές, διά της πένας του συγγραφέως, εστιάζουν στο πώς ολόκληρος ο επίγειος βίος τους θα αποτελέσει μια πνευματική παρακαταθήκη για τους τωρινούς, για τους επόμενους, για τους κοντινούς, για τους μακρινούς. Μέσα από τη συμπεριφορά και τις επιλογές τους, στοχεύουν στο να μετουσιώσουν τη συμπεριφορά και τις επιλογές τους –τη στάση ζωής τους εν συνόλω, δηλαδή- σε υποδείγματα/παραδείγματα προς μίμηση.
Αποσκοπούν στην επίτευξη της κοσμικής αθανασίας, διά της διατηρήσεως της αιώνιας μνήμης που αφορά όχι τις ίδιες ως άτομα, μα την κοσμοθεωρία, τη νοοτροπία και τη φιλοσοφία ζωής που επιλέγουν να υιοθετήσουν και να ταυτίσουν απολύτως με τους εαυτούς τους, ώστε καταλήγουν να μην πορεύονται στον επίγειο κόσμο ως εξατομικευμένες οντότητες, παρά ως εκπρόσωποι της συγκεκριμένης κοσμοαντίληψης που έχουν αναπτύξει.
Δέον να επισημανθεί σε τούτο το σημείο ότι, δεδομένου του επισυμβάντος θανάτου του συγγραφέως, φαντάζει προφητική η ενασχόλησή του στο μυθιστόρημά του «Οι απαράφθορες» με τη ζήτημα της υπερνίκησης της φθοράς του θανάτου, καθόσον και ο ίδιος επέτυχε την κατανίκηση της θνητότητάς του μέσω (και) του συγγραφικού έργου του. Διαβάζοντας τα μυθιστορήματα του Στέλιου Χαλκίτη, οι αναγνώστες αυθόρμητα τον φαντάζονται παρόντα να γράφει, να δημιουργεί, να ζει, παρόλο που πλέον έχει αποβιώσει, ενώ ταυτόχρονα προσλαμβάνουν τη σκέψη και το πνεύμα του, όπως ανεξίτηλα και παντοτινά έχουν αποτυπωθεί στο χαρτί.
Περαιτέρω, όσον αφορά την πλοκή του εν λόγω μυθιστορήματος, υπάρχει ένα στοιχείο που συμβάλλει καταλυτικώς στην αφύπνιση του ενδιαφέροντος του αναγνώστη κι αυτό είναι το μυστικιστικό στοιχείο. Ήδη από την περίληψη στο οπισθόφυλλο ο αναγνώστης θα διαβάσει για έναν «μυστικό όμιλο» των «κρυφών γυναικών», οι οποίες «ένα μυστικό κρατούν επτασφράγιστο». Οι «απαράφθορες» ηρωίδες του Χαλκίτη αποδεικνύονται, λοιπόν, μυστικίστριες, που μοιράζονται κάποια κρυφή γνώση, ένα μυστικό που είναι ταγμένες να μην αποκαλύπτουν ευρέως, παρά μόνον σε όσες γυναίκες κρίνονται άξιες να εισέλθουν στην αποκρυφιστική ομάδα τους, ύστερα από σχετική δοκιμασία.
Ποιο είναι αυτό το μυστικιστικό βίωμα ο αναγνώστης το αντιλαμβάνεται μέσα από μια ανατρεπτική εξέλιξη της πλοκής. Η ιστορία εκτυλίσσεται προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, η οποία, όμως, προς το τέλος του βιβλίου «αναποδογυρίζει» εντελώς! Ακόμη και ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας καθίσταται δευτεραγωνιστικός και τανάπαλιν, καθώς ο δευτερεύων χαρακτήρας φαίνεται ότι τελικά είναι αυτός που κατέχει ήδη το πολυπόθητο μυστικό, το οποίο η κεντρική ηρωίδα αποτυγχάνει να προσεγγίσει και να αποκρυπτογραφήσει.
Είναι τόσο αναπάντεχη και απρόσμενη, μάλιστα, η τροπή της πλοκής, ώστε, όταν ο αναγνώστης φτάνει στην ολοκλήρωση του μυθιστορήματος, οπότε και αποκαλύπτεται το κρυμμένο μυστικό των «απαράφθορων» γυναικών, αναγκάζεται να ανατρέξει στις προηγούμενες σελίδες του και να ξαναδιαβάσει προς τα πίσω, προκειμένου να βεβαιωθεί πως αντιλήφθηκε σωστά την εξέλιξη της ιστορίας.
Εκτός από τη μυστικιστική κοινότητα των «απαράφθορων» γυναικών και την κρυφή τους βιωματική γνώση, καθώς επίσης και τον στόχο τους για επίτευξη της πνευματικής αθανασίας, που συνιστούν στοιχεία πάνω στα οποία δομείται κατά κύριο λόγο η πλοκή του μυθιστορήματος, αυτή εμπλουτίζεται και από διάφορα δευτερεύοντα περιστατικά. Κρυφοί έρωτες, παράνομες σχέσεις, συζυγικοί δεσμοί, μίση, αντιζηλίες, αφοσίωση, βαθιά αγάπη, εξαπάτηση και άλλες συμπεριφορές -καθημερινές, πεζές, ανθρώπινες- προσδίδουν στο έργο αυτό τον μυθιστορηματικό του χαρακτήρα, διαφοροποιώντας το ξεκάθαρα από ένα εγχειρίδιο φιλοσοφίας, τον μανδύα του οποίου έχει εν μέρει περιβληθεί, καθότι διαλαμβάνει στο κείμενό του αρκετά χωρία με έντονο φιλοσοφικό υπόβαθρο, ενώ παράλληλα βρίθει και φιλοσοφικών στοχασμών και υπαρξιακών προβληματισμών.
Με βάση τα ως άνω, επομένως, συμπεραίνεται ότι «Οι απαράφθορες» προσιδιάζουν τόσο στο είδος του μυθιστορήματος μυστηρίου, όσο και σε αυτό της μυθιστορηματικής φιλοσοφίας, αφού ο συγγραφέας όχι μονό επινοεί και αφηγείται μια γριφώδη μυθοπλασία, αλλά στον ίδιο χρόνο φιλοσοφεί, παραβάλλοντας εμβόλιμα στην αφήγηση εκτεταμένες φιλοσοφικές σκέψεις του.
Πλην, όμως, η έμφαση που δίνεται στις ανθρώπινες σχέσεις που δημιουργούνται ανάμεσα στους ήρωες του βιβλίου, με προεξάρχουσα αυτών τον ερωτικό δεσμό δύο από τους βασικότερους χαρακτήρες, της Δαυίνας και του Ρωμανού, επιτυγχάνουν την εξισορρόπηση ανάμεσα στις δύο εκφάνσεις του βιβλίου, τη μυθιστορηματική και τη φιλοσοφική.
Η ροή της αφήγησης διανθίζεται, επίσης, και από εκτενείς περιγραφές της πανέμορφης Καλύμνου, του τόπου όπου εκτυλίσσεται η πλοκή του περί ου ο λόγος μυθιστορήματος, όπως ο αναγνώστης πληροφορείται ήδη από την περίληψη στο οπισθόφυλλο. Και μπορεί εκ πρώτης όψεως οι περιγραφές αυτές να μοιάζουν με παρεκβάσεις, που σε κάποια σημεία τους, μάλιστα, ίσως να δείχνουν εν μέρει ασύνδετες και με χαλαρή σχέση συνοχής προς την προηγούμενη αφήγηση, ωστόσο ζωντανεύουν μες στο μυαλό του αναγνώστη τοπία των Δωδεκανήσων κι αυτό συμβάλλει στο εξής: το βάρος του μυστικού που κουβαλούν «Οι απαράφθορες» γυναίκες και η ένταση της πλοκής τού μεταφέρονται πιο γλυκά, πιο ήρεμα, μες στην ευφρόσυνη ηπιότητα του τοπίου της νησιωτικής Ελλάδας, χωρίς να του προκαλείται ψυχική ένταση και αγωνία.
Αναφορικά με τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στο εν λόγω έργο, πρέπει να λεχθεί πως είναι ικανοποιητικά προσεγμένη και φροντισμένη και περιλαμβάνει πλήθος σχημάτων λόγου (μεταφορές, παρομοιώσεις, εικόνες, κοσμητικά επίθετα κλπ), συχνά, δε, επιλέγεται και το εκφραστικό μέσο του διαλόγου, που διακόπτει την αφήγηση, ώστε να προσδοθεί ζωντάνια, παραστατικότητα, δραματικότητα και αμεσότητα, αλλά και να αποκαλυφθεί εναργέστερα ο χαρακτήρας, η ψυχολογία και του ύφος των ηρώων, να αποτυπωθεί δηλαδή καθαρότερα η ψυχογραφία τους.
Με όλα τα ανωτέρω κατά νου, έρχεται η στιγμή για το συγκεντρωτικό ερώτημα που ένας πιθανός αναγνώστης μπορεί να θέσει σχετικά με το βιβλίο «Οι Απαράφθορες» του Στέλιου Χαλκίτη (εκδόσεις Ιανός): «Με λίγα λόγια, γιατί να διαβάσω το μυθιστόρημα αυτό»;
Επειδή, εκτός από την όποια λογοτεχνική ευχαρίστηση μπορεί το εν λόγω βιβλίο να παράσχει, συνιστά ταυτόχρονα και μια υπενθύμιση. Μια υπενθύμιση ότι ο βίος μας δεν θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα τυχαίων επιλογών, αλλά βαθιάς σκέψης, ενσυνειδητότητας και φιλοσόφησης. Μια υπενθύμιση για το ότι, πριν από κάθε μας ενέργεια, αξίζει να στεκόμαστε για ένα λεπτό και να σκεφτόμαστε: «Γιατί το κάνω αυτό»; Μια υπενθύμιση για το ότι οι αποφάσεις μας και οι σχέσεις μας με τους γύρω μας είναι δυνατόν να βελτιωθούν από την ένταξη της φιλοσοφίας στην καθημερινή μας ζωή. Μια υπενθύμιση για τη σημασία του να βιώνουμε την ύπαρξή μας και όχι απλώς να ζούμε. Μια υπενθύμιση σχετικά με το ότι η φιλοσοφία είναι σύμφυτη με την ίδια τη ζωή.
Στέλιος Χαλκίτης, συγγραφέας. Ζούσε στην Κάλυμνο. Ασχολήθηκε με την αστροφυσική και τη φιλοσοφία.







